Κυριακή, 03 Νοεμβρίου 2013 21:35

Η τέταρτη έκδοση της Μπιενάλε της Αθήνας

Γράφτηκε από  Δ.Τ.

Είναι πραγματικά αναμφισβήτητο: Το να ξανα-ανοιχτεί το κτίριο του ελληνικού Χρηματιστηρίου στο κέντρο της πόλης προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως τόπος πολιτιστικής (εικαστικής και θεωρητικής) συνάντησης (4η Athens Biennale), κατά τη συγκεκριμένη περίοδο ολικής «διάλυσης» στην Αθήνα, είναι μια εξαιρετική ιδέα!

Σε έναν τόπο όπου η ανερχόμενη φτώχεια, η ματαιότητα, η ταπείνωση, η αβεβαιότητα και όλες οι επερχόμενες «αρετές» της κρίσης έχουν συνθλίψει την όποια δημιουργικότητα, πνευματικότητα και φαντασία (για να λέμε και του στραβού το δίκιο), η τέχνη, ή καλύτερα το όχημα της Τέχνης και της διανόησης –προκειμένου να ακριβολογούμε για αυτούς που πιστεύουν ότι όλα αυτά δεν είναι τέχνη–, επιχειρεί και καταφέρνει, κατά τη γνώμη μου, να επουλώνει τραύματα, δεξιά και αριστερά, όσο μικρά και εάν είναι αυτά. Πώς αλλιώς εξάλλου θα ανα-δημιουργηθεί ένα πλαίσιο έστω χιλιο-θρυμματισμένο, και μανταρισμένο, μια μήτρα από όπου θα ξαναρχίσουν να γεννιούνται οι συζητήσεις για τη «δημοκρατία» ή έστω την ψευδαίσθηση; Και κυρίως οι ελπίδες για αυτήν.

Η τέταρτη έκδοση της Μπιενάλε της Αθήνας εκτυλίσσετε –όπως μιλάμε– στο Χρηματιστήριο Αθηνών με καθημερινές «πράξεις» (εκδηλώσεις) και ζωντανό ρυθμό, καθιστώντας ένα χώρο συμβολικά συνδυασμένο στην Ελλάδα με εύκολο χρήμα, αλλά και διαφθορά, φούσκες και ματαιωμένες ελπίδες, σε ένα είδος καθαρτηρίου. Καθαρτήριο από την προηγούμενη ταυτότητά του. Η ομάδα της Μπιενάλε, μέσω της δυνατής χειρονομίας να ξανανοίξει αυτό το χώρο –στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία– και να αλλάξει τη χρήση του δημιουργεί ένα μετα-δημόσιο χώρο για ανθρώπινες, αυτή τη φορά, διαπραγματεύσεις. Δεν πρόκειται για μια ακόμη εικαστική έκθεση με τη συντηρητική έννοια του όρου. Αυτό είναι δυστυχώς κάτι που στην Ελλάδα συζητιέται ακόμη αρκετά. Κάτι συμβαίνει εδώ, και επιμένουμε ότι οι εκθέσεις Τέχνης πρέπει να έχουν παραταγμένα σε συγκεκριμένους σχηματισμούς αμιγώς καλλιτεχνικά αντικείμενα (βίντεο, εγκαταστάσεις, γλυπτά, ζωγραφικά έργα, φωτογραφίες) και όχι ιδέες μέσω όποιου άλλου ανοιχτού τρόπου, μπορεί να φανταστεί ο εκάστοτε δημιουργός ή διανοούμενος. Ενώ ανά τον κόσμο παντού, λόγω της συγκυρίας του βομβαρδισμού εικόνων σε καθημερινή βάση μέσω του ίντερνετ καταρχήν, η κρίση που βιώνουμε έχει περάσει και στην εικόνα (αφήνοντάς την ακέραιη μόνο για την αγορά τέχνης), δίνοντας χώρο σε πολλές άλλες εκθεσιακές μορφές μέσω αρχείων κ.λπ., εδώ υπάρχει μια μικρή πια αλλά σταθερή επιμονή. Ίσως να φταίει ότι μάθαμε τη σύγχρονη Τέχνη καταρχήν μέσω γκαλερί και συλλογών, στην απουσία οποιουδήποτε δημόσιου χώρου σύγχρονης τέχνης και πολιτισμού, άλλα έχουν περάσει χρόνια πια...

52140-115349

Στην τέταρτη έκδοσή της, και από τις πιο πετυχημένες μαζί με την πρώτη, κατά τη γνώμη μου η Μπιενάλε απαντάει καίρια στη χρονική στιγμή, ανοίγοντας το χώρο και δημιουργώντας ένα μεγάλο αριθμό ερωτημάτων γύρω από αυτό που ζούμε. Και αυτό το κάνει με σαφέστατη επιμελητηριακή μεθοδολογία από τους διευθυντές της και περισσό στιλ. Ίσως το δεύτερο να ξεφεύγει πολύ λίγο ορισμένες φορές, αλλά δικαιολογημένα κιόλας, για θέαμα πρόκειται όχι για εκκλησία ιδεών.

Για φετινή της εκδοχή, οι διευθυντές της Μπιενάλε αποφασίζουν να δημιουργήσουν ένα κλίμα συλλογικότητας «φέρνοντας μέσα στο χώρο που επέλεξαν» (επιλογή που αποτελεί το κυρίως επιμελητηριακό στίγμα) ένα σύνολο περισσοτέρων από 30 σκεπτόμενων ανθρώπων προκειμένου να συνεισφέρουν σε αυτή την εκδήλωση - έκθεση - εφήμερη δημόσια συνάντηση. Αυτού του είδους η συνεργασία λειτουργεί στο μεγαλύτερο μέρος της εκπληκτικά. Οι αναφορές, άλλοτε δυνατές και άλλοτε όχι τόσο, συντελούν σε ένα πολύμορφο περιβάλλον που δεν φέρει το αισθητικό ελιτισμό ίσως των λίγων ή τη μια συγκεκριμένη ματιά-υπογραφή. Αντιθέτως, πρόκειται για ένα χώρο που εμπεριέχει αισθητικά και εννοιολογικά στοιχεία που ανήκουν σε διαφορετικά πεδία και ενίοτε συγκρούονται. Το γενικό κλίμα μοιάζει να πρόκειται σαν μια εφήμερη ανασκόπηση της ευρύτερης καλλιτεχνικής και εναλλακτικής σκηνής της πόλης και όχι μόνο. Μαζί έχουμε και μια σειρά ομιλιών και συνεδρίων, όπως το τελευταίο, κατά το οποίο ένα σύνολο επιφανών και διακεκριμένων οικονομολόγων έκαναν μια επισκόπηση της κρίσης. Ποτέ δεν έτυχε να βρεθώ να ακούω (και φαντάζομαι και αρκετοί άλλοι στο κοινό) 4 ώρες τόσο ειδικευμένα οικονομικά.

52140-115355

Η 4η Μπιενάλε Αθήνας είναι ίσως η πιο δυνατή και ουσιαστική εικαστική συνεύρεση τον τελευταίο χρόνο στα δρώμενα της Ελλάδος. Μια πρόταση ουσιαστική, και όχι μια κίνηση εκθεσιακού πλούτου και εκθεσιακού αισθητισμού, όπως βλέπουμε συχνά στην Ελλάδα, η οποία συνάδει με το εδώ και τώρα, και με πνευματική και συναισθηματική ακρίβεια θέτει το εύλογο ερώτημα «και τώρα τι;». Μια απάντηση σε φίλους φιλότεχνους και επαγγελματίες του διεθνές εικαστικού γίγνεσθαι που λαμβάνοντας εκθεσιακές προσκλήσεις από την Ελλάδα μού λένε «Μα τι έπαθαν όλοι εκεί και νομίζουν ότι είναι Ελβετία, κανένας δεν μπορεί να μιλήσει για την πρωτοφανής και άδικη πτώση που βιώνετε;», ή τουλάχιστον να τη σεβαστεί, συμπληρώνω, και να τη συμπεριλάβει στο εκθεσιακό κλίμα.

Συγχαρητήρια στην ομάδα επιμέλειας διοργάνωσης και σχεδιασμού της φετινής Μπιενάλε. Δημιούργησαν ένα φαντασιακό τόπο στον οποίο μαγικά μέσα εκεί όλοι γινόμαστε ηθοποιοί στο ίδιο έργο. Και αυτό είναι ακόμη μία από τις επιτυχίες της. Σε περιόδους κρίσης υπάρχει μια επείγουσα ανάγκη για συνεύρεση και επικοινωνία, και όχι τόσο η υπομονή για παρατήρηση και ήσυχη θέαση. Η τέταρτη Μπιενάλε Αθηνών πρόσφερε απλόχερα το χώρο για ερεθίσματα και συζήτηση, και κατάφερε να την πυροδοτήσει. Σε όλους να τη συνεχίσουμε.

Απόσπασμα άρθρου που δημιοσιεύτηκε στην Athens Voice από την επιμελήτρια και συγγραφέα Μαρίνα Φωκίδη.